Η καταγγελία για παρακολούθηση του τηλεφώνου του δημοσιογράφου Θανάση Κουκάκη από την ΕΥΠ αποτελεί μείζον πολιτικό και δημοκρατικό ζήτημα για το οποίο η κυβέρνηση οφείλει να λογοδοτήσει (Ανακοίνωση της ΠΔΝ, 19/4/2022).

Για δέκα εβδομάδες παρακολουθείτο το τηλέφωνο του δημοσιογράφου ενώ αργότερα το κινητό του καταγγέλλεται ότι βρέθηκε προσβεβλημένο από το λογισμικό υποκλοπών Predator.

Και μόνο το γεγονός ότι η ΕΥΠ ζήτησε και προχώρησε στην άρση απορρήτου και την παρακολούθηση των τηλεφωνικών κλήσεων ενός δημοσιογράφου αποτελεί καθεαυτό θεσμικό και δημοκρατικό εκτροχιασμό σε συνθήκες όπου η κυβέρνηση και οι υπηρεσίες ασφαλείας δεν σέβονται ούτε καν τη δημοσιογραφική έρευνα και ανεξαρτησία. Αλλά ένα σύνολο περιστάσεων που αποκαλύπτονται για την υπόθεση, αναδεικνύουν πτυχές μιας εφιαλτικής και επικίνδυνης συνθήκης για τη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού, τις ελευθερίες και τα δικαιώματα των πολιτών.

Πρώτον, το γεγονός ότι φαίνεται να έγινε κυβερνητική προσπάθεια συγκάλυψης της παρακολούθησης του δημοσιογράφου, καθώς όπως καταγγέλεται από το Reporters United, τη στιγμή που ο δημοσιογράφος απευθύνθηκε στις αρχές για να ενημερωθεί, η κυβέρνηση άλλαξε το νόμο για τις παρακολουθήσεις από την ΕΥΠ και ψήφισε την ντροπιαστική διάταξη που στερεί από την ΑΔΑΕ (την ανεξάρτητη Αρχή για τη Διασφάλιση του Απορρήτου των Επικοινωνιών) τη δυνατότητα να γνωστοποιεί στους πολίτες ότι βρέθηκαν υπό παρακολούθηση.

Δεύτερον, το γεγονός ότι ο Θανάσης Κουκάκης, δημοσιογράφος του οικονομικού ρεπορτάζ, ερευνούσε συναλλαγές τραπεζικών ιδρυμάτων, και αυτό φαίνεται να αποτελούσε κατά την ΕΥΠ επαρκές για να ζητηθεί η παρακολούθηση του δημοσιογράφιου ως ζήτημα «εθνικής ασφαλείας». Και αυτό μάλιστα αφού είχε προηγηθεί η τροποποίηση του Ποινικού Κώδικα από την κυβέρνηση, με την οποία το αδίκημα της απιστίας από τραπεζικά στελέχη τυγχάνει πλέον ελαστικότερης ποινικής μεταχείρισης.

Τρίτον, γιατί η κυβέρνηση βιάστηκε να κλείσει το θέμα κάνοντας λόγο για «παρακολουθήσεις από ιδιώτες»; Η κυβέρνηση, όχι μόνο δεν μπορεί να υπεκφεύγει, αλλά είναι υποχρεωμένη να παράσχει εξηγήσει και ιδίως όταν η ΕΥΠ τέθηκε υπό την άμεση εποπτεία του Πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη με δική του απόφαση, ήδη από την αρχή της διακυβέρνησής του.

Δεν είναι η πρώτη φορά που καταγγέλλονται υποκλοπές και παρακολουθήσεις δημοσιογράφων, πολιτικών προσώπων, ακτιβιστών και άλλων πολιτών. Η νέα αυτή καταγγελία δείχνει ότι οι ελευθερίες, η προστασία της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, οι επικοινωνίες των πολιτών βρίσκονται υπό σοβαρή απειλή. Εφόσον δε αποδειχθεί προσπάθεια της κυβέρνησης να εκμεταλλευτεί τη νομοθετική της πρωτοβουλία για να αποκρύψει παρακολουθήσεις δημοσιογράφων από υπηρεσίες ασφαλείας, τότε μιλάμε για ώρα μηδέν στη χώρα μας για τα δημοκρατικά κεκτημένα και τα στοιχειώδη δικαιώματα των πολιτών. Ο κρατικός μηχανισμός δεν μπορεί να καταπατά κάθε έννοια κράτους δικαίου και να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες ασφαλείας για να λειτουργεί σαν προστάτης οικονομικών, επιχειρηματικών και πολιτικών συμφερόντων.

Και μόνο δε το γεγονός ότι μια τέτοια υπόθεση δεν έχει ξεσηκώσει το σύνολο του τύπου, ανεξαιρέτως κατεύθυνσης, για τη διαλεύκανση της αλήθειας, δείχνει το βαθμό στον οποίο απειλείται σήμερα ο κρίσιμος χώρος της ενημέρωσης και του τύπου και τον κίνδυνο που διατρέχει η ερευνητική και ανεξάρτητη δημοσιογραφία.

Απαιτείται να χυθεί άπλετο φως στην υπόθεση, αλλά και ευρύτερη συστράτευση του δημοσιογραφικού, του νομικού κόσμου, κάθε δημοκρατικού πολίτη για την υπεράσπιση των δημοκρατικών ελευθεριών.

Προηγούμενο άρθροΤο διαρκές αδιέξοδο της ποινικής αυστηροποίησης (του Βασίλη Παπαστεργίου)
Επόμενο άρθροΟύτε στις 17 Μαΐου, ούτε ποτέ πανεπιστημιακή αστυνομία!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.